μοιχεύω


μοιχεύω
μοιχεύω (τινά) прелюбодействовать с кем; нарушать супружескую верность (> позднелат. mec(h)or)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μοιχεύω" в других словарях:

  • μοιχεύω — commit adultery with pres subj act 1st sg μοιχεύω commit adultery with pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύω — μοιχεύω, μοίχευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μοιχεύω — (ΑΜ μοιχεύω) [μοιχός] διαπράττω μοιχεία, παραβαίνω τη συζυγική πίστη, είμαι μοιχός, συνευρίσκομαι με έγγαμη γυναίκα («οὐ μοιχεύσεις», ΠΔ) μσν. 1. (για ζώα) συνουσιάζομαι 2. μτφ. α) μολύνω ηθικά β) παραποιώ, αλλοιώνω, διατρέφω (μσν. αρχ.)1.… …   Dictionary of Greek

  • μοιχεύω — [михево] р. нарушать супружескую верность, изменять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μοιχεύω — μοίχεψα, μοιχεύτηκα, μοιχευμένος, γίνομαι μοιχός, παραβαίνω τη συζυγική πίστη (για άντρα και γυναίκα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιχεύεσθε — μοιχεύω commit adultery with pres imperat mp 2nd pl μοιχεύω commit adultery with pres ind mp 2nd pl μοιχεύω commit adultery with imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύετε — μοιχεύω commit adultery with pres imperat act 2nd pl μοιχεύω commit adultery with pres ind act 2nd pl μοιχεύω commit adultery with imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύσουσι — μοιχεύω commit adultery with aor subj act 3rd pl (epic) μοιχεύω commit adultery with fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μοιχεύω commit adultery with fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύσουσιν — μοιχεύω commit adultery with aor subj act 3rd pl (epic) μοιχεύω commit adultery with fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μοιχεύω commit adultery with fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύσω — μοιχεύω commit adultery with aor subj act 1st sg μοιχεύω commit adultery with fut ind act 1st sg μοιχεύω commit adultery with aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεύῃ — μοιχεύω commit adultery with pres subj mp 2nd sg μοιχεύω commit adultery with pres ind mp 2nd sg μοιχεύω commit adultery with pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)